ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

TPL_GK_LANG_GK_MOBILE_DESKTOP TPL_GK_LANG_GK_MOBILE_REGISTER TPL_GK_LANG_GK_MOBILE_LOGIN

Προτάσεις για την επιλογή στελεχών εκπαίδευσης

 

 

Όσον αφορά το σύστημα επιλογής στελεχών εκπαίδευσης, ως Ομοσπονδία που εκπροσωπεί τους καθηγητές των ειδικοτήτων ΠΕ οφείλουμε να σχολιάσουμε με συνοπτικό τρόπο τα ισχύοντα σήμερα. Εργαζόμαστε σε ένα χώρο του οποίου ολόκληρη η δομή είναι δασκαλοκρατούμενη. Το ίδιο το Υπουργείο, όλα τα υπηρεσιακά συμβούλια και οι λοιπές θέσεις στελεχών εκπαίδευσης (διευθυντών εκπαίδευσης, διευθυντών σχολείων κ.λπ.) είναι κατειλημμένες από δασκάλους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η οποιαδήποτε εξέλιξη και ανέλιξη των συναδέλφων καθηγητών να εξαρτάται από αυτόν τον δασκαλοκρατούμενο μηχανισμό. Αντίθετα, οι συνάδελφοι καθηγητές βιώνουν έναν άνευ προηγουμένου αποκλεισμό. Ποτέ μέχρι σήμερα, θέση διευθυντή εκπαίδευσης ή προϊσταμένου γραφείου εκπαίδευσης, δεν έχει καταληφθεί από καθηγητή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διότι απλούστατα το σύστημα ευνοεί σκανδαλωδώς τους δασκάλους. Σε όλες τις διαδικασίες επιλογής στελεχών εκπαίδευσης με αντικειμενικά προσόντα μέχρι σήμερα μοριοδοτείται για οποιαδήποτε διοικητική θέση το διδασκαλείο δημοτικής εκπαίδευσης εξίσου ή περισσότερο σε σχέση με την κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου. Για όλους τους καθηγητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αυτό είναι άδικο, αφού δεν υπήρξε ποτέ για τους συγκεκριμένους ανθρώπους το δικαίωμα φοίτησης σε αυτό. Άρα, εξαρχής οι καθηγητές ΠΕ δεν εκκινούν από την ίδια αφετηρία για τη διεκδίκηση θέσεων στελεχών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, στον ίδιο εργασιακό χώρο, να υπάρχουν εξ ορισμού ανισότητες και μάλιστα χωρίς καμία ευθύνη των κρινόμενων καθηγητών. Από τη στιγμή που το διδασκαλείο αποτελεί μετεκπαίδευση, είναι αδιανόητο να μοριοδοτείται όσο ένας μεταπτυχιακός τίτλος. Διαμορφώνει εξαρχής δεδομένα σε βάρος των καθηγητών ειδικοτήτων. Για όλα τα προαναφερόμενα απαιτείται επανεξέταση και “ξεκαθάρισμα” των λόγων μοριοδότησης του διδασκαλείου. Θεωρούμε ότι η στοιχειώδης λογική αλλά και η ισονομία επιβάλλει το πτυχίο του διδασκαλείου όπως και η επιμόρφωση ΤΠΕ Β΄επιπέδου να μη μοριοδοτείται στις διαδικασίες επιλογής στελεχών, παρά μόνο όταν για τη θέση υπάρχουν μόνο δάσκαλοι- υποψήφιοι.

 

Επίσης, οι δάσκαλοι εξακολουθούν να μοριοδοτούνται επιμορφώσεις όπως η Σ.Ε.Λ.Δ.Ε., η οποία δεν υφίσταται εδώ και πολλά χρόνια. Αντίθετα, οι καθηγητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είχαν τη δυνατότητα για κάτι ανάλογο και έτσι, όταν πρόκειται για τις θέσεις στελεχών εκπαίδευσης, ξεκινούν εκ νέου από διαφορετική αφετηρία, αναγόμενοι σε εκπαιδευτικούς δεύτερης κατηγορίας. Με βάση τα προαναφερόμενα σχετικά με την επιλογή στελεχών προτείνουμε:

  • τη θεσμοθέτηση Ανεξάρτητης Αρχής για τη διεξαγωγή της διαδικασίας επιλογής στελεχών στην Εκπαίδευση, η οποία θα σκιαγραφήσει ξεκάθαρα το προφίλ του ιδανικού υποψηφίου, δηλαδή τι είδους στέλεχος επιθυμούμε, ποια είναι τα κριτήρια και οι ιδανικές προδιαγραφές για τις θέσεις των σχολικών συμβούλων, διευθυντών εκπαίδευσης, προϊσταμένων γραφείων και διευθυντών σχολικών μονάδων. Η Ανεξάρτητη Αρχή θα ορίσει τα Συμβούλια Επιλογής, τα οποία θα απαρτίζονται από εξειδικευμένα άτομα, δηλαδή ειδικούς επιστήμονες στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και, σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας τους, από ικανά επιμορφωμένους στην αξιολογική διαδικασία. Ιδιαίτερα, τα Συμβούλια Επιλογής των σχολικών συμβούλων, θα πρέπει να απαρτίζονται από εξειδικευμένους επιστήμονες αλλά και από άτομα της αντίστοιχης ειδικότητας. Δεν είναι λογικό να εξετάζεται π.χ. ένας υποψήφιος σχολικός σύμβουλος Φυσικής Αγωγής από συμβούλιο στο οποίο δεν μετέχει ούτε ένας εκπρόσωπος Φυσικής Αγωγής.
  • Τα στελέχη της εκπαίδευσης να επιλέγονται για τετραετή θητεία, η οποία θα λήγει ταυτόχρονα για όλα τα στελέχη στο τέλος της τετραετίας και στη συνέχεια να γίνεται εκ νέου κρίση για όλες τις θέσεις. Το σύνολο των αξιολογικών μονάδων να διαμορφώνεται από μοριοδοτούμενα κριτήρια (Υπηρεσιακή κατάσταση και Επιστημονική-Παιδαγωγική συγκρότηση), τη γραπτή δοκιμασία και από τη διαδικασία της συνέντευξης, η οποία θα έχει μικρή συμβολή και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να ανατρέπει όλη την προηγούμενη διαδικασία. Στη γραπτή δοκιμασία θα υποβάλλονται όλοι οι υποψήφιοι, εκτός από τους υποψήφιους για τη θέση των Διευθυντών των σχολικών μονάδων. Επιτυχών θα θεωρείται ο υποψήφιος που ξεπερνά τη βαθμολογική βάση (όποια βαθμολογία οριστεί ως βάση π.χ. 60 στα 100), αλλά να μη μοριοδοτείται η επιπλέον βαθμολογία. Δηλαδή, η επιτυχία στις εξετάσεις να έχει ξεκάθαρα την έννοια ικανός-μη ικανός. Ταυτόχρονα, με τη γραπτή σε γνωστικά θέματα δοκιμασία προτείνουμε τη διενέργεια γραπτών τεστ διάγνωσης ικανοτήτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλές χώρες του κόσμου και από χιλιάδες φορείς, για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Να επιλεγούν τα κατάλληλα, να σταθμιστούν και να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα με τις εξετάσεις γνωστικού περιεχομένου. Είναι ένας έγκυρος, αξιόπιστος, αντικειμενικός και απόλυτα επιστημονικός τρόπος, αφού αφενός βοηθά στην ανίχνευση των κατάλληλων και αφετέρου, περιορίζει την πιθανή αυθαιρεσία της συνέντευξης. Η συνέντευξη, όπως πραγματοποιείται μέχρι σήμερα, χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και ουσιαστικά διαμορφώνει την κατάταξη. Για τον περιορισμό της αυθαιρεσίας προτείνουμε:

   - δομημένη συνέντευξη με ερωτήσεις από τράπεζα ερωτήσεων

   - λήψη της συνέντευξης από εκπαιδευμένους αξιολογητές

  - λεπτομερή καταγραφή πρακτικών της διαδικασίας για τον έλεγχο της ισονομίας των υποψηφίων.

  • Τη διάκριση των μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, καθώς και των επιπλέον πτυχίων των υποψηφίων, σε εκείνα που έχουν συνάφεια με τη θέση που διεκδικεί ο/η υποψήφιος/ια και στα μη σχετικά με την κρινόμενη θέση. Για τα πρώτα να προβλέπεται ικανός αριθμός αξιολογικών μονάδων, ενώ τα άλλα να μοριοδοτούνται συμβολικά. Δηλαδή, οι διδακτορικοί τίτλοι στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και κυρίως αυτοί στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Οργανισμών να λαμβάνουν τη μέγιστη δυνατή μοριοδότηση, η οποία δε θα μπορεί να υποσκελιστεί από άλλα άσχετα πτυχία ή επιμορφώσεις. Παράλληλα κανένας μη σχετικός με τη Διοίκηση της Εκπαίδευσης διδακτορικός ή μεταπτυχιακός τίτλος να μην είναι σε θέση να υποσκελίσει έναν μεταπτυχιακό τίτλο στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Οργανισμών.
  • να μην τιμωρείται ο εκπαιδευτικός που κατέχει και μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο στο ίδιο επιστημονικό αντικείμενο. Όταν ο υποψήφιος είναι κάτοχος και των δύο, να μοριοδοτείται και ο διδακτορικός και ο μεταπτυχιακός τίτλος ξεχωριστά.
  • να μη μετέχει σε κανένα από τα Συμβούλια Επιλογής ως μέλος κάποιος που είναι ταυτόχρονα και υποψήφιος. Η συμμετοχή των αιρετών σε υπηρεσιακά συμβούλια και συμβούλια επιλογής στελεχών ως τακτικά μέλη δεν πρέπει να μοριοδοτείται όταν είναι υποψήφιοι στη διαδικασία επιλογής στελεχών. Επίσης, οι αιρετοί δεν θα πρέπει να βαθμολογούν τους υποψηφίους στην προσωπική συνέντευξη, παρά μόνο να επιβλέπουν την ορθή και νόμιμη διεξαγωγή της διαδικασίας.
  • Να δίνεται η δυνατότητα δευτεροβάθμιας κρίσης από άλλο όργανο και με διαφορετική σύνθεση, για όποιον από τους υποψηφίους επιθυμεί, κρίνοντας ότι έχει αδικηθεί.
  • Να γίνεται αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας του εκπαιδευτικού ως αναπληρωτή ή ωρομίσθιου στη βαθμολογική τους εξέλιξη, άρα και στη διεκδίκηση διευθυντικών θέσεων.

Ολοκληρώνοντας τις προτάσεις μας, θα θέλαμε να τονίσουμε το σημαντικό ρόλο των εκπαιδευτικών ειδικοτήτων ΠΕ που εδώ και 25 περίπου χρόνια προσφέρουν έργο προς την ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης στα δημόσια Δημοτικά Σχολεία και δικαιούνται να απολαμβάνουν τα ίδια ανεξαιρέτως προνόμια με τους συναδέλφους δασκάλους στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.

Tο Δ.Σ. της Ο.Κ.Π.Ε.